Η οικονομική κρίση που μαστίζει την υφήλιο και, αναμφίβολα, και την πατρίδα μας την Κύπρο, έχει δημιουργήσει,  σε ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού  πολλά προβλήματα υγείας,  ιδιαίτερα ψυχοσωματικά,   που προκαλούνται από το άγχος.  Αξίζει να αναφερθεί ότι  το κεφάλαιο της θεωρίας και θεραπείας του άγχους έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των κλινικών ερευνητών οι οποίοι επικεντρώνονται στη μελέτη ενός φαινομένου που δεν μπορεί να εξεταστεί μεμονωμένα διότι χαρακτηρίζεται από γνωσιακές, συμπεριφοριστικές καθώς και οργανικές διαστάσεις οι οποίες είναι αλληλένδετες.

Τα άτομα που υποφέρουν από τη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή (ΓΑΔ) χαρακτηρίζονται από υπερβολικό άγχος και ανησυχία, που εμφανίζονται τακτικά και, σε πολλές περιπτώσεις, σχεδόν καθημερινά  επηρεάζοντας έτσι την προσωπική τους ζωή καθώς και την εργασιακή  ή την  σχολική τους απόδοση.  Αυτά οι άνθρωποι δυσκολεύονται  να ελέγξουν την ανησυχία  τους και παρουσιάζουν τουλάχιστον τρία από τα πιο κάτω συμπτώματα:

  • Κινητική ανησυχία ή το άτομο νιώθει τεντωμένο ή«σε αναμμένα κάρβουνα»
  • Εύκολη κόπωση
  • Δυσκολία στη συγκέντρωση ή το μυαλό να αδειάζει λόγω άγχους
  • Ευερεθιστότητα
  • Μυϊκή ένταση
  • Αναστάτωση του ύπνου (δύσκολο να κοιμηθεί ή να παραμείνει κοιμισμένος (η) ή ανήσυχος μη ικανοποιητικός ύπνος)

Από τη γνωσιακή οπτική σκοπιά της ΓΑΔ σχετίζεται με τις έννοιες της ανησυχίας, της αυτοαπασχόλησης και της προκατάληψης της προσοχής.  Οι Sadderson & Barlow (1990) υποστηρίζουν ότι η διαφορά της ΓΑΔ από άλλες Διαταραχές Άγχους είναι  ότι στην πρώτη  περίπτωση το άγχος προκαλείται από ένα ευρύ φάσμα ερεθισμάτων και καταστάσεων της ζωής.  Έρευνες που διεξήγαγαν οι Deffenbacher & Suinn δείχνουν ότι:

  1. οι σκέψεις του ατόμου τείνουν να έχουν καταστροφικό, υπεργενικευμένο και απόλυτο χαρακτήρα σε θέματα που αφορούν το παρελθόν  ή/και το μέλλον
  2. οι προσωπικοί του κανόνες είναι συχνά ακραίοι και άκαμπτοι, και
  3. τα κύρια θέματα ανησυχίας του ατόμου έχουν σχέση με προσωπική αποτυχία, τελειότητα, κριτική, απόρριψη, αμηχανία και έλλειψη ελέγχου

Σε έρευνες που διεξήγαγε ο Matthews (1990) καταλήγουν ότι τα άτομα που πάσχουν από ΓΑΔ πιθανόν:

  1. να διαφέρουν ως προς την ευαισθησία τους απέναντι σε μηνύματα για πιθανούς κινδύνους
  2. να έχουν την τάση να συλλέγουν τις πιο αρνητικές ερμηνείες αυτών των μηνυμάτων
  3. να διαφέρουν από τα άλλα άτομα όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο καταγράφουν στη μνήμη πληροφορίες σχετικές με κινδύνους

O Matthews τονίζει ότι πρέπει να αντιληφθούμε ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ των εννοιών της ανησυχίας και του άγχους.  Στο οργανικό επίπεδο, η διαφορά φαίνεται να βρίσκεται στο βαθμό της διέγερσης, η οποία δείχνει να είναι μεγαλύτερη στην περίπτωση του άγχους  από ότι στην περίπτωση της ανησυχίας.  Οι δε Borkovec και Inz (1990) που εξέτασαν τη φαινομενολογία της ανησυχίας στο γνωσιακό επίπεδο, αναφέρουν μέσα από την έρευνα τους ότι το περιεχόμενο της ανησυχίας μπορεί να είναι «τύπου σκέψεων» και να αντιπροσωπεύει την αποφυγή επιπτώσεων ή αρνητικών συναισθηματικών εμπειριών.  Αυτό σημαίνει ότι η ανησυχία πιθανό να χρησιμοποιείται ως μέθοδος αποφυγής μελλοντικών καταστάσεων που ενδέχεται να προκαλέσουν άγχος.  Επίσης, τα αποτελέσματα της έρευνας των Gross και Eifert δείχνουν ότι τα άτομα με ψηλό άγχος έχουν την τάση να ανησυχούν περισσότερο για λιγότερο σημαντικά γεγονότα σε σύγκριση με τα άτομα με Διαταραχή Πανικού. Γι’αυτό το λόγο, οι δύο ερευνητές υποστηρίζουν ότι η ανησυχία για λιγότερο σημαντικά γεγονότα μπορεί να ξεχωρίζει τη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή από τις άλλες διαταραχές άγχους.

Close Menu